Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012


«Κρυφά» χρέη 900 εκατ. του ΕΟΠΥΥ εκτίναξαν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές
Το Δημόσιο χρωστά σε επιχειρήσεις 7,9 δισ. – Τα 4,1 δισ. από ασφαλιστικά Ταμεία, σύμφωνα με στοιχεία 8μήνου

Στα 7,9 δισ. ευρώ εκτινάχθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τρίτους, ενώ στα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν χθες εμφανίζονται «ξεχασμένες» οφειλές του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) ύψους 930 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών στο οκτάμηνο Ιανουαρίου - Αυγούστου οι οφειλές του Δημοσίου προς τους ιδιώτες έφθασαν τα 7,9 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 4,1 δισ. ευρώ χρωστούν τα ασφαλιστικά Ταμεία. Στα στοιχεία του προηγούμενου μήνα (που αφορούσαν το διάστημα Ιανουαρίου - Ιουλίου) τα χρέη του Δημοσίου ήταν 6,7 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το ποσό αυτό αναθεωρήθηκε εξαιτίας των κρυφών χρεών του ΕΟΠΥΥ που δημιουργήθηκαν από τις αρχές του έτους. Αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη των οφειλών στο επτάμηνο στα 7,6 δισ. ευρώ και η επιδείνωσή τους κατά 300 εκατ. ευρώ στο οκτάμηνο. Από τα 4,1 δισ. ευρώ που οφείλουν τα ασφαλιστικά Ταμεία τα 1,3 δισ. ευρώ χρωστά το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων. Το χρέος των νοσοκομείων ανέρχεται στα 1,7 δισ. ευρώ, οι ΔΕΚΟ 323 εκατ. ευρώ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ΟΤΑ φθάνουν τα 835 εκατ. ευρώ ενώ τα υπουργεία χρωστούν 910 εκατ. ευρώ, (τις μεγαλύτερες οφειλές παρουσιάζει το υπουργείο Εθνικής Αμυνας με 355 εκατ. ευρώ και ακολουθούν το υπουργείο Υποδομών με 148 εκατ. ευρώ και το υπουργείο Ανάπτυξης με 123 εκατ. ευρώ).
Στο προσχέδιο του προϋπολογισμού υπάρχει πρόβλεψη για πληρωμή οφειλών 7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 3,5 δισ. ευρώ φέτος και 3,5 δισ. ευρώ το 2013. Η αποπληρωμή εξαρτάται από την εκταμίευση των επόμενων δόσεων από τον μηχανισμό στήριξης. Αν και το οικονομικό επιτελείο έχει την πρόθεση να εξοφλήσει τις οφειλές των 7,9 δισ. ευρώ, ωστόσο είναι άγνωστο τόσο το πότε θα καταβληθεί η δόση για να προχωρήσουν οι πληρωμές όσο και το πότε θα εξοφληθούν τα 900 εκατ. ευρώ, δεδομένου ότι δεν έχει υπολογιστεί η εξόφλησή τους. Βέβαια στο οικονομικό επιτελείο κάνουν λόγο για «κούρεμα» οφειλών του Δημοσίου προς τρίτους ύψους 1,5 δισ. ευρώ. Το ακριβές όμως ποσό θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα των ελέγχων που θα γίνουν από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Στο μεταξύ στο οκτάμηνο του 2012, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώνεται στα 9,88 δισ. ευρώ, έναντι 17,4 δισ. ευρώ που ήταν στο αντίστοιχο διάστημα του 2011. Επίσης, καταγράφεται πρωτογενές πλεόνασμα 1,4 δισ. ευρώ, έναντι ελλείμματος 4,16 δισ. ευρώ το 2011.
Πάντως, στην ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών αναφέρεται ότι σε ενοποιημένη βάση, μετά την απαλοιφή των ενδοκυβερνητικών τόκων, το πρωτογενές αποτέλεσμα θα είναι μικρότερο κατά 583 εκατ. ευρώ. Το πλεόνασμα προκύπτει από τις «άσπρες τρύπες» των ασφαλιστικών Ταμείων (642 εκατ. ευρώ ), των ΟΤΑ (313 εκατ. ευρώ) και των νομικών προσώπων (613 εκατ. ευρώ).
Τα έσοδα στο ίδιο διάστημα διαμορφώθηκαν στα 67,3 δισ. ευρώ έναντι 68,9 δισ. ευρώ στο αντίστοιχο περυσινό διάστημα και οι δαπάνες πλην τόκων στα 66,09 δισ. ευρώ, έναντι 73 δισ. ευρώ στο ίδιο διάστημα του 2011. Οι τόκοι ανήλθαν στα 11,3 δισ. ευρώ ενώ στο ίδιο διάστημα του 2011 οι τόκοι ήταν 13,2 δισ. ευρώ.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Με την ευκαιρία των νεων κανόνων συνταγογράφησης ακολουθεί ένας εύχρηστος οδηγός που μπορεί κανείς να ανατρέχει:


 Επίσης δεν καταβάλλουν συμμετοχή για τα φάρμακα των παθήσεών τους οι παρακάτω χρόνια πάσχοντες:

  • Παιδιά και ενήλικες για εμβολιασμούς του εγκεκριμένου κάθε φορά από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας Εθνικού προγράμματος εμβολιασμού, για τα Εμβόλια υποχρεωτικού Εμβολιασμού.
  • Νεοπλάσματα όλων των συστημάτων και λευχαιμιών
  • Σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι, (ινσουλίνες σε ΣΔ Ι 0% σε ΣΔ ΙΙ 10%)
  • Ψυχώσεις.
  • Επιληψία και λοιπές επιληπτικές καταστάσεις
  • Mεσογειακή αναιμία, δρεπανοκυτταρική και μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία, ομόζυγη μεσογειακή αναιμία, ενδιάμεση μεσογειακή αναιμία και ομόζυγη δρεπανοκυτταρική αναιμία
  • Ιδιοπαθή αιμολυτική αναιμία – θρομβοπενική πορφύρα
  • Νυχτερινή παροξυσμική αιμοσφαιρινουρία
  • Αιμορροφιλία (για τους αντιαιμορροφιλικούς παράγοντες).
  • Υποφυσιογενή νανισμό (για την αυξητική ορμόνη).
  • οι πάσχοντες από σκλήρυνση κατά πλάκας
  • Οι HIV θετικοί ασθενείς για τα αντιρετροϊκά φάρμακα
  • Κυστική Ίνωση( κυστική ινώδης νόσος, ινοκυστική νόσος).
  • Αγγειοπάθεια BURGER.
  • Aνοια, νόσος Alzheimer και νόσος Charcot.
  • Χρόνια Ηπατίτιδα Β και Χρόνια Ηπατίτιδα C.
  • Nόσος Wilson (ηπατοφακοειδής εκφύλιση).
  • Γλυκονίαση/γλυκονίαση τύπου ΙΒ
  • Νόσος Gaucher.
  • Έλλειψη Ορνιθο-Καρβαμυλο-Τρανσφεράσης
  • Πνευμονική Υπέρταση
  • Χρόνια Νεφρική Νόσο ΧΝΝ (στάδιο 3 και 4)
  • Νόσος Niermann-Pick τύπου C
  • Υπερφαινυλαλανιναιμία

10% συμμετοχή

Πληρώνουν μειωμένη συμμετοχή 10% για τα φάρμακα, που χορηγούνται στις παρακάτω παθήσεις:
  • Νόσο του PARKINSON και δυστονίες.
  • Αποιο διαβήτη
  • Χρόνια ρευματική βαλβιδοπάθεια και λοιπές βαλβιδοπάθειες, χρόνια πνευμονική καρδιοπάθεια, συγγενής καρδιοπάθεια.
  • Νοσήματα του συνδετικού ιστού (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σκληροδερμία, δερματομυοσίτης, αγγειίτιδες, ρευματοειδή αρθρίτιδα, αγγυλωτή σπονδυλοαρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα).
  • Οστεοπόρωση και νόσο PAGET .
  • Μυασθένεια.
  • Φυματίωση.
  • Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια.
  • Κληρονομικό αγγειοοίδημα.
  • Αδένωμα υπόφυσης.
  • Ελκώδη κολίτιδα.
  • Νόσο του CROHN.
  • σύνδρομο βραχέως εντέρου
  • Κίρρωση του ήπατος.
  • Συγγενή ιχθύαση.
  • Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου ΙΙ (τα χάπια και οι ινσουλίνες με 10%)
  • Πληρώνουν επίσης μειωμένη συμμετοχή 10% για τα φάρμακα οι συνταξιούχοι που δικαιούνται του επιδόματος ΕΚΑΣ (για όσο χρόνο το δικαιούνται) και τα μέλη της οικογένειάς τους.

Συμμετοχή για αναλώσιμα


Για αγορά από Ιδιωτικό
Φαρμακείο
ΣΔ Ι
(ινσουλινο
εξαρτώμενος)
ΣΔ ΙΙ
(ινσουλινο
θεραπευόμενος)
Με αντιδιαβητικά δισκία Διαβήτης κυήσεως
Ταινίες 0% 0% 0% 25%
Σκαρφιστήρες 0% 0% 0% 25%
Βελόνες
(Novofine-Microfine)
0% 0% 0% 25%
Σύριγγες ινσουλίνης
(δαπάνη)
0% 0% 0% 25%



Συγκεκριμένοι περιορισμοί υπάρχουν για την χρήση της καλσιτονίνης


Εγκύκλιοι συμμετοχών


  • ΦΑΡΜΑΚΩΝ

- Εγκύκλιος ΕΟΠΥΥ 9111-12/3/2012
- ΦΕΚ Β’ 497 28-2-2012
  •  
Αγαπητοί συνάδελφοι,
 
 
Σας ενημερώνουμε ότι από την Δευτέρα 01/10/2012  ο ιατρός όταν θα συνταγογραφεί ενα πρωτότυπο  φάρμακο για το οποίο κυκλοφορεί  στο εμπόριο και γενόσημο τότε η συνταγή θα εκτελείται κανονικά από τον φαρμακοποιό , ο ασφαλισμένος όμως θα πληρώνει πέρα από την συμμετοχή που προβλέπεται  επιπλέον την διαφορά τιμής μεταξύ του αντίστοιχου γενοσήμου (τιμή αναφοράς) και του πρωτοτύπου.Δηλαδή  θα ισχύει πλέον αυτό που ισχύει μέχρι σήμερα για τις 10 ομάδες δραστικών ουσιών (ομεπραζόλες κλπ). Αυτό βέβαια δεν θεωρείται συνταγογράφηση βάσει δραστικής ουσίας αλλά συντογογράφηση όπου ευνοούνται τα γενόσημα φάρμακα. Ως Ιατρικός σύλλογος θεωρούμε ότι το μέτρο είναι προς την σωστή κατεύθυνση αλλά δεν βοηθά από μόνο του στην καταπολέμηση τςη φαρμακευτικής σπατάλης.  Παροτρύνουμε τους συναδέλφους να συνεχίσουν να συνταγογραφούν όπως αυτοί κρίνουν βάσει την επιστημονικότητά  τους και στις περιπτώσεις συνταγογράφησης πρωτοτύπων φαρμάκων να ενημερώνουν τους ασθενείς για την επιπλέον επιβάρυνση.
 
 
    Για τον Ιατρικό Σύλλογο Ροδόπης
                                                                                                                    
 Ο
      Γραμματέας   
                                                                                                
 
               Αλέξανδρος Μάινας      

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Εκτινάσσονται επικίνδυνα οι δαπάνες υγείας

Η υγεία θεωρείται ευρέως ως κοινωνικό δικαίωμα και παρά τα διαφορετικά συστήματα χρηματοδότησης που εφαρμόζονται διεθνώς, κοινός τόπος είναι ότι, η εξασφάλιση και ικανοποιητική οργάνωση της χρηματοδότησης αποτελεί αφετηρία και καθοριστική παράμετρο για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος υγείας.

Στη διαπίστωση αυτή καταλήγει μελέτη της Alpha Bank, που περιλαμβάνεται στο πρόσφατο Οικονομικό Δελτίο της τράπεζας, επισημαίνοντας την κρισιμότητα του προβλήματος, με δεδομένη την ταχέως αυξανόμενη τάση γήρανσης του πληθυσμού και τη γενικότερη τάση διεθνώς για αύξηση των δαπανών υγείας σε κάθε χώρα, με ρυθμό υψηλότερο από τον ρυθμό αυξήσεως του ονομαστικού ΑΕΠ.
Η αύξηση των συνολικών δαπανών υγείας στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) ανήλθε στην περίοδο 2000-2008, στις 2,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ στην Ιρλανδία και τις ΗΠΑ, ενώ στην Ελλάδα ανήλθε στις 1,8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και ήταν μεταξύ των υψηλότερων αυξήσεων στις χώρες του ΟΟΣΑ. Η τάση αυτή είναι μεταξύ άλλων αποτέλεσμα της ταχείας αύξησης της ζήτησης για υπηρεσίες υγείας, της διεύρυνσης των διαθέσιμων υπηρεσιών υγείας, της προόδου της ιατρικής και της τεχνολογίας και της σημαντικής επέκτασης του προσδόκιμου ορίου ζωής των πολιτών, παράγοντες δηλαδή που ισχύουν για όλες τις χώρες.
Ωστόσο, η μέση ετήσια αύξηση των κατά κεφαλή δαπανών υγείας, σε σταθερές τιμές, την περίοδο 2000-2008, ανήλθε στο 7% στην Ελλάδα, έναντι 4,7% στη Ισπανία, 3,6% στη Σουηδία, 2,2% στην Ιαπωνία, 1,9% στην Ιταλία, 1,8% στην Ελβετία και 1,6% στη Γερμανία (ΟΟΣΑ 2010). Έτσι, οι κατά κεφαλήν δαπάνες στη δημόσια υγεία, την περίοδο 1980 – 2007, τετραπλασιάσθηκαν κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ και πενταπλασιάσθηκαν στην Ελλάδα, ενώ η αύξηση των δημοσίων δαπανών υγείας ήταν πολύ υψηλότερη (στην Ελλάδα κατά 3,1 π.μ.) από την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
 Η χρηματοδότηση της υγείας σε περιβάλλον μνημονίου
Η πρόκληση των ταχέως αυξανόμενων δαπανών υγείας στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, λαμβάνει νέες διαστάσεις μετά το 2009, στο πλαίσιο του προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων (του Μνημονίου), που εφαρμόζεται στη χώρα μας από τις αρχές του 2010, αλλά και των αντιστοίχων προγραμμάτων που εφαρμόζονται από πολλές άλλες χώρες. Η μεγάλη δημοσιονομική κρίση και η ύφεση που διανύει η ελληνική οικονομία, υποχρεώνουν την Ελλάδα να σταθεροποιήσει τις δημόσιες δαπάνες για υγειονομική περίθαλψη σε επίπεδο κάτω του 6% του ΑΕΠ στα επόμενα χρόνια. Αυτό θα πρέπει να επιτευχθεί μολονότι οι ανάγκες σε υπηρεσίες υγείας θα συνεχίσουν να αυξάνουν και στην περίοδο της κρίσεως.
Η επιδίωξη αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη σημαντική βελτίωση της λειτουργίας των συστημάτων ασφάλισης και την εξασφάλιση της υψηλότερης δυνατής αποδοτικότητας των δαπανών υγείας. Αυτό, όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη, θα πρέπει να αποτελεί άμεση προτεραιότητα, όχι μόνο του κράτους, αλλά και των ασφαλιστικών οργανισμών, των διαχειριστών και ιδιοκτητών των κέντρων παροχής υπηρεσιών υγείας, των εργαζομένων και των επιστημόνων στα νοσηλευτικά ιδρύματα παροχής υπηρεσιών υγείας, καθώς και του ίδιου του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.
Στην Ελλάδα, οι συνολικές δαπάνες υγείας ανέρχονταν το 2008 στο 9,7%
του ΑΕΠ, ενώ η συνολική δαπάνη για υγειονομική περίθαλψη κατά κεφα-
λήν ανερχόταν στα 2.687 δολάρια, έναντι 1.801 στην Κορέα, 2.870 στην Ιταλία, 2.902 στην Ισπανία, 3.696 στην Γαλλία, 3.737 στην Γερμανία και 7.538 στις ΗΠΑ. Διαμορφωνόταν, δηλαδή, σε επίπεδο κάτω του μέσου όρου, μεταξύ των 31 χωρών του ΟΟΣΑ, αλλά υψηλότερα από πολλές χώρες. Από τις ανωτέρω συνολικές δαπάνες, το 2,8% του ΑΕΠ επιβαρύνουν άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό και το 3% του ΑΕΠ καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία ωστόσο, επιχορηγούνται επίσης σε μεγάλο βαθμό από τον προϋπολογισμό.

Γενικά, εκτιμάται ότι η κρατική δαπάνη στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα ανέρχεται στο 5,8% του ΑΕΠ και χρηματοδοτείται κατά 75% περίπου από τη φορολογία και κατά 25% περίπου από εισφορές στους κλάδους ασθενείας των ασφαλιστικών ταμείων. Ωστόσο, η κύρια διαφορά της Ελλάδος από τις άλλες χώρες είναι το ότι στη χώρα μας οι δαπάνες υγείας που πληρώνονται από τον ίδιο τον ιδιώτη, ανέρχονταν το 2008 στο πολύ υψηλό 3,8% του ΑΕΠ, εκ των οποίων ένα μικρό ποσοστό, γύρω στο 0,3% του ΑΕΠ πληρώνεται, μέσω της ασφάλισης, σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.
Αυτή η ιδία δαπάνη (3,5% του ΑΕΠ) είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο, με την Ελβετία δεύτερη, με 3,3% του ΑΕΠ. Ακόμη και στις ΗΠΑ, το ποσοστό της ιδίας δαπάνης δεν υπερβαίνει το 1,9% του ΑΕΠ. Αυτό συμβαίνει παρότι στις ΗΠΑ η ιδιωτική πρωτοβουλία θεσμικά κυριαρχεί στον τομέα της υγείας και επομένως αναμένεται ότι και η ιδιωτική δαπάνη υγείας θα είναι σχετικά μεγάλη. Αντίθετα, στην Ελλάδα η ιδιωτική πρωτοβουλία στο χώρο της υγείας δεν ενισχύεται, ενώ και οι κυβερνήσεις διατρανώνουν την πίστη τους στην «δωρεάν υγεία», εννοώντας την παροχή δωρεάν υγειονομικής περιθάλψεως σε κρατικά νοσοκομεία και κέντρα υγείας.
H οργάνωση του συστήματος χρηματοδότησης της υγείας στην Ελλάδα καλύπτει τις ανάγκες χρηματοδότησης της υγειονομικής περίθαλψης του συνόλου του πληθυσμού της χώρας, αφενός μέσω των υποχρεωτικών εισφορών στα Ασφαλιστικά Ταμεία και αφετέρου μέσω της φορολογίας που χρηματοδοτεί τις δαπάνες υγείας που πραγματοποιούνται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Οι φορείς υγείας των Ασφαλιστικών Ταμείων είχαν συνολικό έλλειμμα 1,9 δις ευρώ το 2009 (3,4 δις ευρώ χωρίς την κρατική ενίσχυση), που αναμένεται να βαίνει αυξανόμενο στις επόμενες δεκαετίες, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της γενικότερης τάσεως αύξησης των δαπανών υγείας, ενώ οι δαπάνες για υγειονομική περίθαλψη ανέρχονται σήμερα στο 23% του συνόλου των δαπανών των Ασφαλιστικών Ταμείων.
Παρά τους ικανοποιητικούς δείκτες υγείας του πληθυσμού στη χώρα μας, η εκτίναξη των δαπανών υγείας δεν έχει συνοδευθεί με καλυτέρευση της θέσεως της Ελλάδος, έναντι των άλλων χωρών. Η διασύνδεση της δαπάνης σε υπηρεσίες υγείας και της ποιότητας υγείας πρέπει να εξασφαλίζει ταυτόχρονα και την αποτελεσματικότητα των δαπανών αυτών. Έτσι ο πληθυσμός σε χώρες, όπως η Ιαπωνία, η Ισπανία, η Ιταλία και άλλες χώρες με χαμηλότερες συνολικές δαπάνες υγείας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, απολαμβάνει υψηλότερο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση από ότι στην Ελλάδα.
Οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας
Η διόγκωση των ιδιωτικών δαπανών υγείας στο 3,8% του ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα της μη ικανοποιητικής λειτουργίας των οργανισμών προσφοράς υπηρεσιών υγείας, του ΙΚΑ, των υπολοίπων ασφαλιστικών ταμείων, αλλά και του ΕΣΥ.
Έχει εκτιμηθεί ότι οι ιδιωτικές δαπάνες των νοικοκυριών πραγματοποιούνται κατά 66% σε εξωνοσοκομειακές υπηρεσίες (εκ των οποίων 31,1% σε οδοντιατρικές υπηρεσίες) και κατά 15% σε νοσοκομειακές υπηρεσίες, ενώ το 20% των ιδιωτικών δαπανών σε νοσοκομειακές υπηρεσίες αφορούν άτυπες (αφορολόγητες) πληρωμές. 

Έτσι, τα ελληνικά νοικοκυριά συμμετέχουν με ίδιες πληρωμές, σε πολύ μεγάλο ποσοστό στη χρηματοδότηση βασικών υπηρεσιών υγείας, παρά την κάλυψή τους από την κοινωνική ασφάλιση, που παραμένει θεωρητική. Μάλιστα, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 53% για βασικές εξωνοσοκομειακές υπηρεσίες υγείας, έναντι 40,3% κατά μέσο όρο σε 29 χώρες του ΟΟΣΑ (Health systems institutional characteristics: A survey of 29 OECD countries, OECD 2010). Η προσφυγή σε άτυπες πληρωμές, για την εξασφάλιση αναβαθμισμένων υπηρεσιών υγείας, σε συνδυασμό με την υποχρεωτική ασφάλιση υγείας στα ασφαλιστικά ταμεία, αποδυναμώνουν την αναπτυξιακή δυναμική της ιδιωτικής αγοράς ασφάλισης.
Η συμμετοχή της ίδιας δαπάνης των ιδιωτών στη συνολική τρέχουσα δαπάνη υγείας περιορίζονταν στο 3,2% το 2007, ενώ η συμμετοχή της συνολικής ιδιωτικής δαπάνης (άτυπες και εμφανείς ίδιες δαπάνες υγείας των νοικοκυριών συν τις δαπάνες μέσω ιδιωτικής ασφάλισης) στη συνολική τρέχουσα δαπάνη υγείας ανερχόταν στο 38,1%. Ωστόσο, ένα αυξανόμενο μέρος του πληθυσμού, που πλησιάζει σύμφωνα με εκτιμήσεις το 15% έως 20%, επιλέγει τώρα να επωμισθεί το πρόσθετο κόστος της ιδιωτικής ασφάλισης, έναντι υγειονομικής περίθαλψης, καθώς νιώθει ότι οι προοπτικές ικανοποιητικής κάλυψής του, από τις δημόσιες δαπάνες υγείας ή από το ασφαλιστικό του ταμείο, είναι ουσιαστικά περιορισμένες.
ΠΙΝΑΚΑΣ_1
Τα ασφαλιστικά προγράμματα, έναντι κινδύνων που βάλλουν την υγεία αποτελούν σημαντικό μέρος του κλάδου ασφαλίσεως ζωής, όπου τα  εγγεγραμμένα ασφάλιστρα το 2009 ανήλθαν στα 2,5 δις ευρώ, με καταβολές αποζημιώσεων 1,6 δις ευρώ. Η αύξηση της ζήτησης συνέβαλε στη μεγέθυνση της αγοράς ασφαλίσεων ζωής, όπου τα ασφάλιστρα αυξήθηκαν από 1,35 δις ευρώ το 2000, σε 1,98 δις ευρώ το 2005 και 2,5 δις ευρώ το 2009, με αύξηση των κατά κεφαλήν ασφαλίστρων ζωής, από 123 ευρώ το 2000, σε 178 ευρώ το 2005 και 223 ευρώ το 2009. Σημασία για τα ασφαλιστικά προγράμματα υγείας, ιδιαιτέρως δε για τα νοσοκομειακά προγράμματα, έχει το κόστος των υπηρεσιών υγείας και αυτό γιατί η ιδιωτική ασφάλιση συνδέεται, ως επί το πλείστον, με υπηρεσίες υγείας, που παρέχονται από τον ιδιωτικό τομέα. Είναι ενδεικτικό ότι το 2001 η χρηματοδότηση των ιδιωτικών νοσοκομείων προήλθε κατά 48% από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, 36% από τα ασφαλιστικά ταμεία και 16% από ίδιες πληρωμές των ασθενών.
Η αναγκαία μεταρρύθμιση του συστήματος ασφάλισης υγείας στην Ελλάδα θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αποκατάσταση της ορθολογικής λειτουργίας των κρατικών ασφαλιστικών ταμείων. Αυτό μπορεί να γίνει μέσα από τη βελτίωση της διοίκησης και διαχείρισης των ασφαλιστικών ταμείων, συμβάλλοντας στη βελτίωση της λειτουργίας των φορέων της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, των δημόσιων νοσοκομείων και γενικά όλων των φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας στη χώρα.

Τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν τη δύναμη να επιβάλουν την αποδοτική λειτουργία όλων των άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας και η εισαγωγή συνθηκών ανταγωνισμού μπορεί να πραγματοποιηθεί με την ορθολογική λειτουργία τους. Τα ασφαλιστικά ταμεία και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες οφείλουν να συμβάλλονται και να συνεργάζονται ορθολογικά με τους φορείς προσφοράς υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης (κρατικών και ιδιωτικών), για την καλύτερη οργάνωση του τομέα ως συνόλου.
Σε κάθε περίπτωση, όπως σημειώνεται στη μελέτη, η θέση ότι η υπο-ανάπτυξη και η αντικοινωνική (σε πολλές περιπτώσεις λόγω διαφθοράς) λειτουργία του δημόσιου τομέα υγείας στην Ελλάδα οφείλεται στην ταχεία ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα υγείας και αποτελεί εμφανή στρέβλωση της πραγματικότητας. Οδηγεί δε αναπόφευκτα σε λανθασμένες προτάσεις πολιτικής (όπως, π.χ. η επιδίωξη της «αποδόμησης» του ιδιωτικού τομέα), που είναι εντελώς αντίθετες με τα συμφέροντα των εργαζομένων-ασφαλισμένων της χώρας.

Σημειώνεται, για παράδειγμα, ότι από τα 2,5 εκατ. προγραμματισμένα ιατρικά ραντεβού για τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ το 2010, το 1 εκατ. περίπου τελικά ακυρώθηκε. Εάν δεν υπήρχε ο ιδιωτικός τομέας, οι ασθενείς αυτοί θα έπρεπε να καταφύγουν στο εξωτερικό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτό θα είχε ως συνέπεια μεγάλη απώλεια θέσεων εργασίας και προσφοράς υπηρεσιών υγείας στην εγχώρια οικονομία, με ταυτόχρονη διατήρηση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού, στο εξαιρετικά υποβαθμισμένο επίπεδο που προσφέρει έως σήμερα ο κρατικός τομέας στην Ελλάδα.

Αντί για «αποδόμηση» του ιδιωτικού τομέα υγείας στη χώρα μας, συστήνει η μελέτη της Alpha Bank, θα πρέπει να εξασφαλισθεί η δυνατότητα στο δημόσιο τομέα υγείας να ανταγωνισθεί τον ιδιωτικό τομέα με ισοδύναμα μέσα και πολιτικές. Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα υποχρεώνουμε το ΕΣΥ και το ΙΚΑ να προσφέρουν «δωρεάν» ιατρικά ραντεβού και τη δυνατότητα διενέργειας διαγνωστικών εξετάσεων, αλλά σε 1-5 μήνες από σήμερα.

Αυτές οι υπηρεσίες στον τομέα της υγείας είναι, προφανώς, λιγότερο ανταγωνιστικές από τα σχετικά «ακριβά» ραντεβού και διαγνωστικές εξετάσεις που προσφέρει ο ιδιωτικός τομέας, χωρίς καμμία καθυστέρηση. Θα πρέπει, λοιπόν, να δοθούν οι δυνατότητες στα κρατικά νοσηλευτικά ιδρύματα να προσφέρουν στους ασθενείς σχετικά «χαμηλές τιμές» (σε σχέση με τους ιδιώτες παρόχους) για ραντεβού και διαγνωστικές εξετάσεις σήμερα (και όχι σε 5 μήνες από σήμερα). Θα πρέπει ο ασθενής να πληρώνει, για την εγχείρηση που πραγματοποίησε σε ένα κρατικό νοσοκομείο (ή για την επίσκεψη που πραγματοποίησε σε ένα ιατρείο του ΙΚΑ), το ίδιο το νοσοκομείο (ή το ιατρείο) και όχι τον ιατρό ή το νοσηλευτικό προσωπικό.

Με αυτό τον τρόπο, ο δημόσιος τομέας θα προσελκύσει και πάλι τους ασθενείς από τα ιδιωτικά νοσοκομεία και θα δώσει λύση και στο μεγάλο πρόβλημα χρηματοδότησης που έχει και δεν μπορεί πια να λυθεί με αυξημένες επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό. Επιπλέον, θα υποχρεώσει τα ιδιωτικά νοσοκομεία και διαγνωστικά κέντρα να προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες στους ασθενείς και σε πολύ χαμηλότερες (ανταγωνιστικές) τιμές, από αυτές που επιβάλλει σήμερα, ελλείψει ανταγωνισμού. Τα ασφαλιστικά ταμεία από την πλευρά τους θα συμβάλλονται με τους οργανισμούς προσφοράς υπηρεσιών υγείας (δημόσιους ή ιδιωτικούς), εξασφαλίζοντας υπηρεσίες υγείας υψηλής ποιότητας και ποσότητας, με τους καλύτερους δυνατούς όρους για τους ασφαλισμένους τους και με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες.

Όσον αφορά στον ιδιωτικό τομέα υγείας στην Ελλάδα, αυτός λειτουργεί αποτελεσματικά, προσφέροντας κρίσιμες υπηρεσίες στους εγχώριους κατοίκους. Απολαμβάνει, ωστόσο και τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την έλλειψη ανταγωνισμού από τον κρατικό τομέα υγείας και, επίσης τη σοβαρή ανεπάρκεια του κρατικού τομέα στην εξυπηρέτηση της ζήτησης υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, ιδιαίτερα από ασθενείς που ανήκουν στα μεσαία και στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού. Οι εύπορες εισοδηματικές τάξεις είναι ουσιαστικά αποκλεισμένες από τα κρατικά νοσοκομεία (εκτός εάν οι ασθενείς είναι ασφαλισμένοι σε «ευγενή» Ασφαλιστικά Ταμεία), αφού τα νοσοκομεία δεν προσφέρουν υπηρεσίες ανάλογες των απαιτήσεών τους, κυρίως σε ότι αφορά την προσφορά ξενοδοχειακών υπηρεσιών.
Ιδιωτικά νοσηλευτήρια – εμπόδια στην ανάπτυξη του τομέα
Αναλύοντας τη δομή των ιδιωτικών νοσοκομείων στη χώρα μας, η μελέτη επισημαίνει ότι αυτά έχουν συνήθως τη μορφή ανωνύμων εταιρειών. Μέτοχοι είναι κυρίως ιατροί, με αυξανόμενη διείσδυση επιχειρηματιών τα τελευταία έτη, καθώς ο κλάδος αναπτύσσεται ταχύτατα. Το 2004 λειτουργούσαν στην Ελλάδα 172 ιδιωτικά νοσοκομεία με 14.515 κλίνες, 62 εκ των οποίων (7,42 χιλ. κλίνες) ευρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών και 37 (3,73 χιλ. κλίνες) στη Μακεδονία.

Ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα συμβάλλει σημαντικά και στην παροχή Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), καθώς λειτουργούν σε μεγάλη έκταση μικροβιολογικά εργαστήρια, διαγνωστικά κέντρα, εξωτερικά ιατρεία ιδιωτικών νοσοκομειακών μονάδων και ιδιωτικά ιατρεία. Γενικά, το 54% από τα 316 νοσοκομεία-κλινικές που λειτουργούν στην Ελλάδα, είναι ιδιωτικά, ενώ περίπου το 69% από τις διαθέσιμες κλίνες, σε σύνολο 53.652 κλινών, ανήκει σε κρατικά νοσοκομεία και το υπόλοιπο σε ιδιωτικά νοσοκομεία.

Σε κλαδική μελέτη (Hellastat, 2010), σημειώνεται ότι το 2009, ο κλάδος των υπηρεσιών ΠΦΥ παρουσίασε αύξηση κύκλου εργασιών κατά 7,8%, στοιχείο που δείχνει πόσο ανεπαρκής και μη ανταγωνιστική είναι η κάλυψη της ΠΦΥ από το ΕΣΥ και το ΙΚΑ. Η παρουσία του ιδιωτικού τομέα στην ΠΦΥ θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη, εάν το θεσμικό πλαίσιο δεν περιόριζε την ελεύθερη λειτουργία των επιχειρήσεων (π.χ. λόγω της υποχρεωτικής συμμετοχής των ιατρών στο 51% τουλάχιστον του μετοχικού κεφαλαίου) και εάν δεν υπήρχαν προβλήματα γραφειοκρατίας που αποτρέπουν τη δημιουργία νέων διαγνωστικών κέντρων (η χορήγηση άδειας λειτουργίας απαιτεί περισσότερους από 18 μήνες, ενώ η έκδοση άδειας για την αλλαγή χρήσεως χρειάζεται 8-12 μήνες).
Περαιτέρω, το 2009 παρατηρήθηκε επέκταση των επιχειρηματικών κινήσεων ιδιωτικών κλινικών και ομίλων υγείας οι οποίοι, έχοντας διαπιστώσει το μεγάλο κενό στην ΠΦΥ, πραγματοποιούν μεγάλα ανοίγματα με προσφορές στα μεσαία εισοδήματα, που είναι και αυτά που αναμένεται να πληγούν περισσότερο από την κρίση. Δημιούργησαν κάρτες υγείας με προσιτό κόστος (από 60 έως 130 ευρώ ετησίως) και προσφέρουν στους κατόχους τους διάφορες παροχές, όπως δωρεάν και απεριόριστες επισκέψεις στους ιατρούς της κλινικής, δωρεάν ετήσιο έλεγχο, σημαντικά μειωμένο τιμολόγιο σε διαγνωστικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, δωρεάν 24ωρη τηλεφωνική υποστήριξη για ιατρικές συμβουλές, κ.ά.

Στη δεκαετία του ’80, με την ίδρυση του ΕΣΥ, διακόπηκε η χορήγηση αδειών για ίδρυση νέων ιδιωτικών κλινικών ή για επέκταση-εκσυγχρονισμό των ήδη υφισταμένων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων προβλημάτων στην εξυπηρέτηση των αναγκών υγειονομικής περιθάλψεως των εγχώριων κατοίκων και οδήγησε στην υιοθέτηση του ΠΔ 247/1991 με το οποίο επετράπη ξανά η ίδρυση, λειτουργία και μεταβίβαση ιδιωτικών κλινικών, καθώς επίσης και η δημιουργία ανεξάρτητων διαγνωστικών κέντρων μέσα σε αυτές. Παράλληλα, με το ΠΔ 517/1991 τέθηκαν νέες, αυστηρότερες προδιαγραφές ίδρυσης και εξοπλισμού των ιδιωτικών κλινικών. Με το ΠΔ 235/2000 διατυπώθηκαν οι ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό και τη λειτουργία των ιδιωτικών κλινικών.

Ωστόσο, σύμφωνα με τους εκπροσώπους των κλινικών, υπάρχει αδυναμία των υπαρχουσών κλινικών να προσαρμοσθούν στις απαιτήσεις αυτού του ΠΔ. Όπως υποστηρίζεται, πολλά ήδη λειτουργούντα ιδιωτικά νοσοκομεία δεν θα μπορούσαν να λάβουν άδεια λειτουργίας σήμερα. Επίσης, τρεις διαφορετικοί νόμοι διέπουν σήμερα το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών θεραπευτηρίων. Αυτό συνεπάγεται την ισχύ διαφορετικών νόμων για διάφορες κατηγορίες ιδιωτικών κλινικών, ανάλογα με το έτος έναρξης της λειτουργίας των μονάδων αυτών.

Όπως έχει ανακοινωθεί, επίκειται νέα νομοθετική παρέμβαση για αλλαγές στο πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών κλινικών που αφορά:
α) τη διαδικασία και τον χρόνο εκδόσεως των βεβαιώσεων καλής λειτουργίας προς τις ιδιωτικές κλινικές, από ένα σε τρία έτη (διατηρώντας τον ετήσιο έλεγχο), ώστε να αποφεύγεται η γραφειοκρατία που σήμερα καθυστερεί τη διαδικασία ανανέωσης της καλής λειτουργίας, με αποτέλεσμα να μην
μπορούν να συνεργασθούν με ασφαλιστικά ταμεία
β) το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας, ώστε να ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις για όλες τις ιδιωτικές κλινικές και να προβλέπονται κατηγοριοποιήσεις, όπως αυτές ισχύουν για τα νοσοκομεία
γ) την ανακοστολόγηση των ιατρικών πράξεων και
δ) τον περιορισμό έως 30% του ελάχιστου αριθμού προσωπικού καθώς, πλέον, τα περιστατικά αντιμετωπίζονται διαφορετικά, χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Τέλος, έχει απορριφθεί η πρόταση για αύξηση του νοσηλίου των ιδιωτικών κλινικών.
Προτάσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ κρατικών και ιδιωτικών νοκομείων
Όπως συμπεραίνει η μελέτη της Alpha Bank για την αντιμετώπιση των σημαντικών προβλημάτων λειτουργίας του τομέα προσφοράς υπηρεσιών υγείας, απαιτείται η σταδιακή αποκατάσταση μίας ορθολογικής οργανωτικής δομής, διοίκησης και λειτουργίας του ΕΣΥ και των τομέων προσφοράς υπηρεσιών υγείας των ασφαλιστικών ταμείων, αλλά και η ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατικών νοσοκομείων και ιατρικών κέντρων (συμπεριλαμβανομένων και αυτών του ΙΚΑ) μεταξύ τους και μεταξύ αυτών και των ιδιωτικών νοσοκομείων και ιατρικών κέντρων. Τα έσοδα κάθε νοσοκομείου ή ιατρικού κέντρου πρέπει να προσδιορίζονται από τον αριθμό των ασθενών (υψηλού ή χαμηλού εισοδήματος, ασφαλισμένων ή μη), που αυτά νοσηλεύουν και από τον όγκο των υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, που θα προσφέρουν. Εάν κάποια νοσοκομεία ή ιατρικά κέντρα (π.χ. αυτά που λειτουργούν εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας) δικαιούνται πρόσθετη επιχορήγηση από το κράτος, αυτή να προσδιορίζεται και να καταβάλλεται οριστικά, με βάση τον προϋπολογισμό του Ιδρύματος, στην αρχή εκάστου έτους.

Σε κάθε περίπτωση, τα κρατικά νοσοκομεία θα πρέπει να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις τα ιδιωτικά για την προσέλκυση ασθενών υψηλών εισοδηματικών δυνατοτήτων, οι οποίοι απαιτούν υψηλότερη ποιότητα, κυρίως ξενοδοχειακής υποδομής και εξυπηρέτησης στα νοσοκομεία. Αυτή την υποδομή και τις υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχουν και τα κρατικά νοσοκομεία, προσελκύοντας ασθενείς όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό. Με τα έσοδα από αυτή την πηγή, θα χρηματοδοτούν τις επενδύσεις τους σε ιατρικό εξοπλισμό και σε υψηλού επιπέδου επιστημονικό και νοσηλευτικό προσωπικό, από το οποίο θα επωφελούνται και οι χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις.

Η ισότητα στην προσφορά υπηρεσιών υγείας είναι απολύτως αναγκαία και θα πρέπει να εφαρμόζεται απαρέγκλιτα. Αλλά η ισότητα αφορά τις ιατρικές πράξεις, τα φάρμακα που έχουν ανάγκη οι ασθενείς και την εξασφάλιση συνθηκών, οι οποίες να συντείνουν στην αποκατάσταση της υγείας τους. Αυτά δεν έχουν καμμία σχέση με τις πρόσθετες υπηρεσίες (ξενοδοχειακές ή άλλες) που μπορεί να έχει ανάγκη ένας ασθενής, για τις οποίες καταβάλλει το υψηλό τίμημα, συμβάλοντας στην απασχόληση εργαζομένων και στην ενίσχυση των οικονομικών δυνατοτήτων των νοσηλευτικών μονάδων.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Ηλεκτρονική συνταγογράφηση παρελθόν και μέλλον

Δημόσια Παρέμβαση της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας για το Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης

Αθήνα, 6/6/2012
Κατόπιν δημοσιευμάτων στον τύπο, αλλά και των επισημάνσεων και σχολίων στο ICTplus.gr από τον υπεύθυνο του ιστότοπου που προς τιμή του έχει προσπαθήσει να προβάλλει το θέμα και να το καλύψει προς ενημέρωση,προκύπτουν αρκετά ζητήματα και προβληματισμοί σε σχέση με το πολυδιαφημισμένο Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης. Ένα σύστημα που, όπως και πολλά άλλα στο πρόσφατο και πιο μακρινό παρελθόν, ξεκίνησε με μεγάλες προσδοκίες και καταλήγει να επιδεινώνει αντί να βελτιώνει τα πράγματα.
Το αν λειτουργεί το σύστημα και σε ποιο βαθμό είναι πολύ εύκολο να το διαπιστώσει κανείς, αρκεί να επισκεφθεί ένα γιατρό.Αν μάλιστα είναι στους τυχερούς που είχε ανάγκη να εξυπηρετηθεί από κάποιον γιατρό για συνταγογράφηση φαρμάκων και τις τελευταίες μέρες, τότε σίγουρα έχει άμεση γνώση του θέματος.
Το νέο (;) σύστημα δε φαίνεται να λειτουργεί!
Σε συνέχεια και της δημοσιευμένης επιστολής του κου Σφυρόερα, Διευθύνοντος Συμβούλου της ΗΔΙΚΑ στο ICTplus.gr στις 23/5/2012 "Η Διοίκηση της ΗΔΙΚΑμε επιστολή της προς το ICTplus.gr απαντά σε σχετικά δημοσιεύματα και αναφέρει στοιχεία για την πληροφόρησή σας" (http://www.ictplus.gr/default.asp?pid=30&rID=19220&ct=0&la=1),δε μπορέσαμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξη διευκρινήσεων και εξηγήσεων περί της κατάστασης, της ταλαιπωρίας που τυχόν υφίστανται χρήστες και πολίτες, αλλά και της σωστής ενημέρωσης από μέρους της προαναφερόμενης Υπηρεσίας.
Οπότε ευλόγως παραμένουν και προκύπτουν πλήθος γενικότερων και ειδικότερων αποριών, όπως και οι ακόλουθες:
  1. Ποιος ο σχεδιασμός που έχει γίνει από τους ιθύνοντες και την ΗΔΙΚΑ σχετικά με τη συνταγογράφηση και την ηλεκτρονική της υποστήριξη;
  2. Υπήρχε ή υπάρχει σχετικό πλάνο τόσο από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες, όσο και από τους Φορείς, όπως η ΗΔΙΚΑ;
  3. Ποιος ο σχετικός προγραμματισμός στα πλαίσια της Ψηφιακής Στρατηγικής που τόσο έχει προβληθεί εδώ και χρόνια από τις όποιες πολιτικές ηγεσίες;
  4. Η πρώτη εφαρμογή που επέλεξε και προώθησε η ΗΔΙΚΑ δεν ήταν πιλοτική; Γιατί και πώς επεκτάθηκε η χρήση της; Δεν υπάρχουν ευθύνες για αυτό;
  5. Γιατί, εφόσον τελικά λειτούργησε αυτή, δεν ανανεώθηκε η υποστήριξή της και δεν επεκτάθηκε η εφαρμογή;
  6. Αληθεύει ότι η συγκεκριμένη εφαρμογή παραλήφθηκε από κάποια επιτροπή παραλαβών, γεγονός που σημαίνει ότι η Υπηρεσία έκρινε το αντίστοιχο έργο ως πετυχημένο;
  7. Γιατί ενώ στην ΗΔΙΚΑ είχαν προχωρήσει σε περαιτέρω αξιοποίηση της προαναφερόμενης εφαρμογής, ανάλωναν τα στελέχη τους σε προετοιμασία μιας άλλης εφαρμογής;
  8. Γιατί ενώ αυτή η πρώτη εφαρμογή προχωρούσε, προετοίμαζαν προκήρυξη άλλου, τεράστιου μάλιστα, διαγωνισμού;
  9. Τι πλάνα εκπαίδευσης/ενημέρωσης είχαν οργανωθεί για μια εφαρμογή πανελλαδικού χαρακτήρα;
  10. Γιατί δε διαθέτουν αναλυτικά στοιχεία για τη χρήση των όποιων εφαρμογών;
  11. Γιατί δεν ενημερώνουν αναλυτικά για τις όποιες τεχνολογικές τους επιλογές;
  12. Έχουν σύμπνοια με τις πρόσφατες κυβερνητικές κατευθύνσεις περί ανοιχτού λογισμικού ή όχι; Πώς τεκμηριώνουν τις όποιες επιλογές τους;
  13. Ποιες είναι οι ευθύνες της ΗΔΙΚΑ για όλα αυτά;
  14. Ποιες οι ευθύνες της όποιας πολιτικής ηγεσίας;
  15. Τι μελέτες σκοπιμότητας έχουν κάνει για όλες τις δράσεις τους, δεδομένου ότι πρέπει να έχουν τα κατάλληλα στελέχη; Πώς τα αξιοποίησαν και αξιοποιούν αυτά;
  16. Γιατί με τα έργα τους κατάφεραν οι διοικούντες την ΗΔΙΚΑ να εκθέσουν τα στελέχη της, αλλά και τους όποιους συνεργάτες της;
  17. Πώς απαντούν στο γεγονός ότι και αυτοί συμβάλλουν στη δυσφήμιση της Πληροφορικής, των Πληροφορικών και των δυνατοτήτων της για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο;
Καθώς,θα αναμένουμε την άμεση τοποθέτηση των διοικητικών και πολιτικών υπευθύνων για αυτήν την τραγελαφική κατάσταση,οφείλουμε να επισημάνουμε ότι έχουμε ένα ακόμα παράδειγμα κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος, πιθανής κατάχρησης εξουσίας, δεδομένης κακής διαχείρισης πόρων και υπηρεσιών, αποδεδειγμένης κακοδιαχείρισης σε πολλαπλά επίπεδα.
Ένα ακόμα πρόσφατο παράδειγμα που δείχνει το τεράστιο Θεσμικό Έλλειμμα που υπάρχει στο χώρο της Πληροφορικής και Επικοινωνιών,το οποίο η Ένωσή μας έχει εγκαίρως εντοπίσει και πολλαπλώς επισημάνει προς κάθε κατεύθυνση καταθέτοντας και ολοκληρωμένη πρόταση Νόμου (Ίδρυση Εθνικού Επιμελητηρίου Επικοινωνιών και Πληροφορικής,http://www.epe.org.gr/various/EThEEP.zip).
Ένα ακόμα παράδειγμα δυσφήμισης των Πληροφορικών, σχετικά μικρό ως προς το άμεσο κόστος του, αν συγκριθεί με τόσα χρηματοδοτούμενα έργα πληροφορικής που παραδόθηκαν ή όχι και ποτέ δε λειτούργησαν, σπαταλώντας τεράστιους πόρους και κονδύλια, αλλά αρκετά μεγάλο ως προς τις συνέπειές του στην κοινωνία,λόγω της υπερφίαλης διαφήμισής του, της ταλαιπωρίας των χρηστών και του κοινού,που εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί είτε άμεσα από κάθε ασφαλισμένο, είτε έμμεσα από τις ανακοινώσεις και τοποθετήσεις μεταξύ των άλλων και των ιατρικών συλλόγων.
Εν αναμονή εμπεριστατωμένης και τεκμηριωμένης απάντησης και ανάληψης ευθυνών από τους διοικητικούς και πολιτικούς υπευθύνους,και εν όψει των επερχόμενων επαναληπτικών βουλευτικών εκλογών, προσκαλούμε επιπρόσθετα όλους τους πολιτικούς συνδυασμούς να διαμορφώσουν θέσεις και να αναλάβουν δεσμεύσεις απέναντι στα χρόνια προβλήματα του χώρου μας. Να μελετήσουν τις προτεινόμενες θέσεις μας και να αξιοποιήσουν σχετικά τη σχετική μας παρέμβαση (Παρέμβαση της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας για τις Εκλογές 2012, http://www.epe.org.gr/showarticle.jsp?articleid=505)
Οι προτάσεις μας για μία Εθνική Ψηφιακή Στρατηγική,αλλά και για τη θεσμοθέτηση ανεξάρτητου Συμβούλου της Πολιτείας για θέματα Πληροφορικής και Επικοινωνιών(όπως του προτεινόμενου Εθνικού Επιμελητηρίου Επικοινωνιών και Πληροφορικής),που θα αποτελεί εγγυητή για τον ορθό σχεδιασμό και αποτελεσματική υλοποίηση έργων μείζονος και ελάσσονος σημασίας είναι ακόμα πιο επίκαιρες από ποτέ.
Εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου
της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

«φακελάκια»

Περισσότερα «φακελάκια», μεγάλες λίστες αναμονής για ακριβές χειρουργικές επεμβάσεις και αδυναμία πρόσβασης σε νέα φάρμακα, θα υποστούν το επόμενο διάστημα οι Έλληνες ασθενείς λόγω της οικονομικής κρίσης. Επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου εκτιμώντας ότι η οικονομική κρίση θα εκδηλωθεί τα επόμενα χρόνια με περισσότερα «μαύρα» χρήματα προς το γιατρό και ακόμα πιο περιορισμένα δικαιώματα για τους ασθενείς!

Παρόλα αυτά, η Ελλάδα «ανεβαίνει» στην ευρωπαϊκή κατάταξη των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης.
Τα παραπάνω στοιχεία ανακοινώθηκαν χθες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το Health Consumer Powerhouse (HCP). Όπως σχολιάστηκε, «παραδόξως, η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της στη σημερινή παρουσίαση του ευρωπαϊκού πίνακα κατάταξης καταναλωτών υπηρεσιών υγείας (EHCI) για το 2012». Η Ολλανδία συγκέντρωσε 872 βαθμούς από ένα δυνητικό σύνολο 1.000 βαθμών. Η Ελλάδα ανταμείφθηκε με 617 βαθμούς, ανεβαίνοντας από την 24η (2009) στην 22η θέση και συναγωνίζεται πλέον με την Ιταλία και την Κύπρο.
Βελτίωση
Σύμφωνα με το γενικό διευθυντή Επιχειρήσεων του Οργανισμού HCP, Δρ Arne Bjornberg, «η Ελλάδα φαίνεται να έχει σημειώσει κάποια βελτίωση στους χρόνους αναμονής και την πρόσβαση στα φάρμακα». Στην Ελλάδα -σημειώνει- λειτουργεί ένα εντυπωσιακά άνισο και κακό δημόσιο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, εφάμιλλο με αυτό της Σερβίας και της Βουλγαρίας. «Φοβούμαστε ότι η οικονομική κρίση θα εκδηλωθεί τα επόμενα χρόνια με περισσότερα «μαύρα» χρήματα προς τον ιατρό και ακόμα πιο ισχνά δικαιώματα για τους ασθενείς», επισημαίνει ο Δρ Bjornberg.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης



Του Γιαννη Tουντα*
Διεθνώς εκτιμάται ότι το περίπου 30% των φαρμάκων που καταναλώνονται, όπως εξάλλου και το 30% των ιατρικών εξετάσεων και επεμβάσεων που πραγματοποιούνται, όχι μόνο δεν έχουν κανένα όφελος για την υγεία, αλλά αποτελούν απειλή λόγω της ιατρογενούς νοσηρότητας, δηλαδή των πιθανών παρενεργειών που ενέχει κάθε ιατρική πράξη, ενώ επιπλέον επιβαρύνουν κρατικούς και οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Το ποσοστό αυτό πιθανόν να είναι υψηλότερο στη χώρα μας λόγω του υπερπληθωρισμού των γιατρών, που αυξάνουν την προκλητή ζήτηση για ιατρικές υπηρεσίες και προϊόντα και λόγω της μέχρι πρόσφατα έλλειψης μηχανισμών ελέγχου. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι το 2009 οι δαπάνες για την υγεία ξεπέρασαν το 10% του ΑΕΠ (από τις υψηλότερες στον κόσμο), ενώ ειδικότερα στα φάρμακα, η φαρμακευτική δαπάνη ξεπέρασε το 23% του συνόλου των δαπανών υγείας, όταν ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν λιγότερο από 17%. Ομως, ανάμεσα στις αυξανόμενες δαπάνες για υπηρεσίες υγείας και τις αυξανόμενες δαπάνες για φάρμακα, υπάρχει μία σημαντική διαφορά. Η αύξηση στις δαπάνες υγείας για νοσοκομειακή και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, παρά τις σπατάλες και τις υπερτιμολογήσεις στον δημόσιο τομέα, προέκυψε κυρίως από τη μεγάλη αύξηση των ιδιωτικών δαπανών για εξωνοσοκομειακές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να έχουμε τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας (40% του συνόλου) από τις χώρες της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ, διαμορφώνοντας ένα σύστημα υγείας με σημαντικότατες ανισότητες στην πρόσβαση διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων στις υπηρεσίες υγείας. Αντίθετα, οι δαπάνες για φάρμακα, που διπλασιάστηκαν την περίοδο 2004–2009, επιβάρυναν κατά κύριο λόγο τον δημόσιο τομέα, δηλαδή τα Ταμεία, αποτελώντας ένα από τα βασικά αίτια του κινδύνου κατάρρευσης τους. Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη αντιστοιχούσε το 2009 στο 2,4% του ΑΕΠ ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ ήταν 1,5%. Η μεγάλη επιβάρυνση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι στην Ελλάδα, η ιδία συμμετοχή των ασφαλισμένων στην αγορά φαρμάκων είναι ιδιαίτερα χαμηλή. Με βάση το ισχύον σύστημα υπολογισμού της ιδίας συμμετοχής (25% για τις περισσότερες περιπτώσεις αλλά και 10% ή 0% για αρκετές διαγνώσεις, οι οποίες συχνά χρησιμοποιούνται καταχρηστικά) η κατά μέσον όρο ιδία συμμετοχή δεν ξεπερνά το 8–9%, όταν στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. κυμαίνεται 30–80%.
Η μικρή ιδία συμμετοχή, εκτός του ότι επιβαρύνει υπέρμετρα την κοινωνική ασφάλιση, λειτουργεί και ως αντικίνητρο στους ασφαλισμένους για τον περιορισμό της φαρμακευτικής κατανάλωσης. Για το λόγο αυτό ο ΕΟΦ επεξεργάστηκε ένα σύστημα υπολογισμού της ιδίας συμμετοχής με βάση το φάρμακο και όχι τη διάγνωση, ώστε η εξάλειψη της κατάχρησης των διαγνώσεων με μικρή (10%) ή μηδενική συμμετοχή να αποφέρει όφελος στα Ταμεία που υπερβαίνει τα 100 εκατ. ευρώ ετησίως.
Ακόμη όμως και με τη ρύθμιση αυτή η ιδία συμμετοχή του Ελληνα ασφαλισμένου δεν θα αυξηθεί περισσότερο από 13% κατά μέσον όρο, παραμένοντας εξαιρετικά χαμηλή. Και το ερώτημα που γεννάται είναι κατά πόσο με τόσο μικρή ιδία συμμετοχή μπορεί να είναι ρεαλιστικός ο στόχος που έχει τεθεί για την περαιτέρω μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης το 2012 κατά 900 εκατ. ευρώ, ώστε να αντιστοιχηθεί με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, δηλαδή περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ, όταν στην περίπτωση της Πορτογαλίας τα μέτρα για την επίτευξη του ανάλογου στόχου περιλαμβάνουν ιδία συμμετοχή 10%, 31%, 63% και 85%, ποσοστά που μειώνονται για τα φτωχά στρώματα από 5 έως 15% και όταν στην ίδια χώρα υπήρξε αύξηση της ιδίας συμμετοχής στα φάρμακα γαστροπροστασίας από 31% σε 63%, στα αντιφλεγμονώδη από 31% σε 63 % και στα αντικαταθλιπτικά από 5% σε 63%.
Στο ερώτημα αυτό υπάρχουν δύο απαντήσεις. Για να πετύχουμε τον στόχο του 2012 ή θα πρέπει να αυξηθεί περισσότερο η ιδία συμμετοχή, κάτι εξαιρετικά οδυνηρό για τον Ελληνα ασφαλισμένο λόγω της δραματικής οικονομικής κατάστασης, εκτός και εάν ληφθούν ειδικά μέτρα προστασίας για τους οικονομικά αδύναμους, ή θα πρέπει να αναπροσαρμοστεί ο στόχος της μείωσης των 900 εκατ. ευρώ που έχει τεθεί. Στην αντίθετη περίπτωση, τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί ή που θα χρειαστεί να υιοθετηθούν στη διάρκεια του χρόνου, όπως της αμφιβόλου αποτελεσματικότητας συνταγογράφησης της δραστικής ουσίας, οι επιπλέον επιστροφές από τις εταιρείες ή η περαιτέρω μείωση των ήδη χαμηλών τιμών, θα οδηγήσουν στην αποδιάρθρωση σημαντικού τμήματος της αγοράς του φαρμάκου, θέτοντας σε κίνδυνο την παροχή βασικών φαρμάκων, αλλά και τη βιωσιμότητα πολλών εταιρειών, φαρμακαποθηκών και φαρμακείων, όπου απασχολούνται αρκετές χιλιάδες Ελληνες εργαζόμενοι.
Ο κίνδυνος αυτός γίνεται ακόμα πιο ορατός εάν ληφθεί υπόψη η προβληματική κατάσταση που βρίσκονται δύο βασικοί πυλώνες της φαρμακευτικής πολιτικής, ο ΕΟΠΥΥ λόγω έλλειψης πόρων και ο ΕΟΦ λόγω σημαντικής μείωσης του προσωπικού του.
* Αν. καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής ΕΚΠΑ - πρόεδρος ΕΟΦ